Βρισκεται στην Τοποθεσια Shouk el Gharb και αισθανεται ορατοτητα

 

Η ιστορία διαδραματίζεται κάπου στα βουνά του Λιβάνου. Βρισκόμαστε σε ενα οικογενειακό, Κυριακάτικο τραπέζι, στο σπίτι ενος πολύ καλού μου φίλου. Η περιοχή, τα κτίρια, η ατμόσφαιρα εμφανίζουν σα φρέσκα, τα σημάδια απο τον Εμφύλιο Πόλεμο. Ενα σχολείο, με θέα όλη την πόλη, έρημο γεμάτο τρύπες. Μόνο κάποιοι πρόσφυγες φοβισμένοι κρύβονται πίσω απο τις κολώνες του.

Η Shouk el Gharb, που σημαίνει Δυτικό παζάρι, ανάμεσα σε πεύκα, χωμένο στα βουνά, συνήθιζε να αποτελεί καλοκαιρινό θέρετρο για εύπορους Λιβανέζους κάποτε. Στο Λίβανο, δραπετεύεις απο τη ζέστη, στα βουνά, γι’ αυτό και κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή οι δρόμοι που οδηγούν ψηλά είναι αφόρητα απασχολημένοι.

Είναι πολύ ιδιαίτερο το συγκεκριμένο σημείο, στρατηγικά άρτιο, καθώς απλώνεται μπροστά σου η πόλη της Βηρυττού, σε όλη της την έκταση, σε όλες τις διαστάσεις. Έχεις ορατότητα σε θάλασσα, αέρα και σε όλη τη στεριά.

Παρακάτω, με χαρτί και με μολύβι όπως έζησα μια Κυριακή, στο οικογενεικό τραπέζι ενος πολύ καλού, αδελφικού μου φίλου, με καταγωγή απο το Λίβανο.

 

 

 

img_2927
img_3023
img_3047
img_3072

Εισοδος

 

Στα οικογενειακά τραπέζια, μαζεύονται όλοι. Συγκεντρώνονται γενιές και γενιές, συγγενείς εξ’ αίματος μα και της πορείας και κουβεντιάζουν μεταξύ τους ακατάπαυστα. Κόσμος πάει, κόσμος έρχεται και όλοι έχουν παιδιά. Κάποιοι τα έκαναν νέοι. Οι περισσότεροι. Κάποιοι τα έκαναν κανονικά, στην ώρα τους [Στην ποιά;] κι ελάχιστοι φαίνεται σαν να άργησαν λιγάκι. Όμως έκαναν όλοι. Και τώρα τρέχουν απο εδώ κι απο εκεί. Με ευγένεια και ενθουσιασμό κάνουν την Κυριακή των γονιών, των παππούδων και των θείων τους σχετικά ενδιαφέρουσα, σίγουρα περιπετειώδη και γεμάτη μόνο με εκπλήξεις. Εκπλήξεις!

Συνήθως ευχάριστες, εκτός κι αν γρατζουνίσει κάποιο παιδί το γόνατο του στην προσπάθειά του να βγει πετώντας απο το τραμπολίνο που με ζήλο και πάθος στήνει ο θείος τους, μέρα μεσημέρι. [Θείος 1.80, μελαχρινός, γυμνασμένος, 25 χρονών.]

Ώρα 15.00 στη Μέση Ανατολή.

Αύγουστος.

img_3788

Σουεϊ Σουεϊ που θα πει Σιγα Σιγα

 

Ξεκινάνε λοιπόν, να μαζεύονται σουέϊ σουέϊ, απο το πρωί. Ανοίγει το σπίτι ο πατέρας και η μητέρα, η αρχόντισσα κι ο αρχηγός, η Κυρία και ο Κύριος. Κάθε σπίτι είναι ορθάνοιχτο. Τουλάχιστον, σε όσα μπήκα εγώ πόρτα κλειστή δεν βρήκα. Οι ντόπιοι, μου λένε πως δεν είναι όλοι έτσι. Δίκιο θα έχουν, δεν το αντιλαμβάνομαι με την πρώτη.

Μαζεύονται απο το πρωί, στρώνουν και στρώνονται στις βεράντες, στο υπαίθριο καθιστικό με τις μεγάλες πολυθρόνες και τους κανονικούς καναπέδες, που σπάνια συναντά κανείς, [νομίζεις] σε εξωτερικούς χώρους. Κάπου εδώ αναλογίζομαι τον καναπέ, ως έπιπλό και αντικείμενο, τη σημασία και το σημαινόμενο του, αλλά αυτό ξεφεύγει απο την ιστορία αυτή που έχει μπόλικο χούμους και φρέσκο ταμπούλε.

Στήνεται το σκηνικό, βράζει ο τόπος, ναργιλές με άρωμα λεμόνι, χαλαρές καλημέρες και να φτάνουνε οι πρώτοι.

“Τσάι ή καφέ, παρακαλώ;”

Αισθάνομαι προς στιγμή, πως βρίσκομαι σε πτήση της Middle East Airlines, ή της Emirates για να μη νομίζετε πως κάνω και διαφήμιση. Οι αεροσυνοδοί πλησιάζουν με τον δίσκο, σκύβουν ελαφρά, χαμογελούν και σερβίρουν το υγρό, ζεστό ρόφημα της επιλογής σου. “Καφέ με κάρδαμο”, απαντώ και συμπληρώνω σαν τουρίστρια σε έκσταση σε κάθε τι πρωτόγνωρο.

Η εμπροσθογραμμή στελεχώνει το αρχηγείο περήφανα, είναι εκεί και καλημερίζουν πρώτοι πρώτοι την οικογένεια. Θα πέσουν κορμιά, σήμερα.

Δυο γύρες τσάι, δυο γύρες μαύρος κατάμαυρος καφές σαν τα μάτια της, τα μάτια του, τα μάτια σου. Σε μικρή πορσελάνινη, για να διαγραφεί σωστά το άλογο, ο φράχτης, το φιλί κι η προδοσία. Ανάδρομος, θα έρχεται.

Μυρίζει κάρδαμο, δεν θυμάμαι, το ανέφερα;

 

 

img_3805

Οι τηγανιτες πατατες

 

Βαθύ μεσημέρι και σκαρφαλώνω επιδέξια στο πεζούλι να βοηθήσω τον αρχηγό να σύρουμε και να δέσουμε τις τέντες. Λέω επιδέξια, γιατί αν βλέπατε αυτό το σάλτο, θα καταλαβαίνατε, δεν με πίστεψα.

Εδώ οι τέντες, δε μοιάζουν με τις τέντες. Είναι συρτές, πέφτουν οριζόντιες σαν τείχος, είναι μόνο χειροκίνητες και τρέχουν πάνω σε ράγες. Στο τέλος, δένεις με κόμπους και αυτό ήταν. Κάνουν μια σκιά παχυά, ατσαλένια, αδιαπέραστη.

Ανάβουνε τα κάρβουνε οι άντρες. Τώρα, το αρχηγείο είναι παντελώς επανδρωμένο, έκαστος στο πόστο του και τα παιδιά στο τραμπολίνο. Τα παιδιά απο το Λίβανο, φαίνεται να τρώνε πολύ τις τηγανιτές πατάτες. Καλλιεργούν άπειρους τόνους πατατών ή πατάτων, στο Λίβανο, μετά το 1975 που απαγορεύτηκε η παραγωγή και το εμπόριο του χασισιού. Απο τότε έως σήμερα η οικονομία του Λιβάνου, η οποία μεσουρανούσε μέχρι τότε, δεν ανέκαμψε ποτέ.

Το θέμα όμως είναι πως σε όλα τα παιδιά αρέσουν οι τηγανιτές πατάτες!

 

img_3797

Στο τραπεζι τωρα

 

Στο τραπέζι έχουν ξαλώσει πιατέλες με χούμους και μεγάλα ρεβύθια. Το λάδι σχηματίζει μικρές λιμνούλες, φιορδ και ο βασιλικός σβήνει τη λαγνεία του ωμού κρέατος. Αγγούρι τουρσί, σκόρδο και κάτι σαν γιαούρτι με αλάτι. Ψιλοκομμένα ραπανάκια φούξια και ο βασιλικός είναι σίγουρα σπουδαίος.

Πίτες, δηλαδή ψωμί. Τραβάς και κόβεις και δημιουργείς μπουκιές. Μπουκιές με χούμους, με κρέας, με κρεμμύδι, με πατάτα και σκόρδο, με λίμπνε, με αρνί, βόειο σπάλα, κότες. Τραβάς ενα ολόκληρο φύλλο απο λάχανο, τραβάς, κόβεις και δημιουργείς μπουκιές σαλάτας. Μπουκιές με ταμπούλε, μπουκιές με φατούς, μπουκιές με τομάτα και σκόρδο. Τα πάντα λοιπόν, τα τρώμε σε μπουκιές και με τα χέρια.

Ωμά τα πράγματα και σταράτα.

img_3794
img_3795
img_3796

Διπλα στη γιαγια

 

Τσιμπάμε όλοι όρθιοι, μα όταν καθόμαστε, απλώνομαι δίπλα στη γιαγιά. Στην καλύτερη θέση, εκεί όπου οι μπουκιές μου έρχονται έτοιμες κατευθείαν μέσα στο στόμα. Ακολουθούν, πιθανότατα, ευχές στα Αραβικά κάθε φορά που καταπίνω με επιτυχία μια μπουκιά. Αφού αισθάνομαι πως όταν τελειώσει το τάισμα, θα έχω ψηλώσει 2 πόντους απο την επιτυχημένη πρόσληψη βιταμινών. Συνεννούμαι με τη γιαγιά απόλυτα.

Οι αδερφές του φίλου μου, μου εξηγούν το κάθε πιάτο, με ξεναγούν στις γεύσεις. Ξαφνικά, νιώθω σαν να βρίσκομαι πάλι μέσα στο αεροσκάφος διεθνών αερογραμμών, στη θέση K3 διάδρομο σε πτήση Αθήνα – Βηρυττός. Οι όμορφες αεροσυνοδοί, μου εξηγούν το μενού της ημέρας.

Τρώμε, χωρίς να πίνουμε.

img_3798
img_3793

Βγαινουν οι ναργιλεδες, το βουτυρο

 

Σαχτέιν, που θα πει “με τις υγείες σου” όταν σηκώνεται κάποιος απο το τραπέζι, αφού ολοκληρώσει το φαγητό του. Τρώς, τελειώνεις, φεύγεις, πάμε στην επόμενη φάση. Όταν πιά έχουν όλοι ολοκληρώσει, τότε ξεκινά το συλλογικό καθάρισμα και η προετοιμασία του απογευματινού καφέ. Όλοι για έναν κι ενας για όλους.

Βγαίνουν οι ναργιλέδες, δύει ο ήλιος, μαζεύονται οι τέντες. Οι γυναίκες μπαίνουν σε σειρά και πλένουν ενα ενα τα παιδιά, έτσι ώστε να είναι έτοιμα για ύπνο, η ώρα τους πλησιάζει. Οι άντρες συζητάνε περι ανέμων και υδάτων και ικανοποιημένοι καπνίζουν τον ναργιλέ τους, μυρίζει ο τόπος, έχω ζαλιστεί.

Βγαίνει το γλυκό. Πω πω, ταψιά, τοπικά όλα και ενα βούτυρο, από αλλού.

Χτυπάει notification στο κινητό. Κάποιοι σηκώνονται και πηγαίνουν μέσα για να προσευχηθούν. Πλένουν τα χέρια τους.

Όταν περνάω για πρώτη φορά απο μπροστά τους, χωρίς να ξέρω τι κάνουν, ντρέπομαι και σκύβω το κεφάλι. Τα κορίτσια, που κατάλαβαν πως βρέθηκα σε αμηχανία μου χαμογέλασαν και μου είπαν πως δεν πειράζει να είναι και άλλοι μπροστά όταν κάποιος προσέυχεται.

Δεν έχουν σιρόπι τα γλυκά τους. Νομίζουμε πως έχουνε σιρόπι. Βούτυρο έχουν. Βούτυρο, απ’ αλλού.

 

img_3804
img_3886

Καλή Τύχη

 

“Όπου κι αν βρέθηκα, υπήρξα καλότυχος άνθρωπος”.

Καλότυχος θα πεί ότι έδωσες του εαυτού σου την καλή μερίδα, και καλή μερίδα είναι ενάρετες ροπές της ψυχής, ενάρετες ορέξεις, ενάρετες πράξεις.

Μάρκος Αυρήλιος – Εις εαυτόν.

 

img_3811